Γράφει ο Βασίλης Ματιάκης:

Η γλυκιά καλοκαιρινή νύχτα έκανε σινιάλο στον Ορίζοντα να τραβήξει στα σχοινιά και η σκοτεινή της αυλαία σηκώθηκε. Στο σανίδι εμφανίστηκε η Σελήνη να κρατά τον αποσπερίτη σφιχτά στο χέρι. Φαινόταν κουρασμένη από τις παραξενιές των ανθρώπων αλλά χαμογελαστή σαν συνειδητοποιημένος 90άρης που περιμένει τον θάνατο να φανεί από την πόρτα της κάμαρης. Φορούσε μια μακριά κάπα και με μια κίνηση του χεριού την άπλωσε σε όλη την πλάση γεμίζοντας ασημί αστερόσκονη στα μαθημένα κορφοβούνια και στα δροσερά χώματα του κάμπου. Ο αποσπερίτης ξεκίνησε να χορεύει σαν σε αυγουστιάτικη φιέστα της Βαρκελώνης και με το πινέλο του μουτζούρωνε με χάρη στα πρόσωπα όσων είχαν το σθένος να κοιτάξουν ψηλά.

Με κεφάλι γεμάτο έκατσα σε ένα εστιατόριο και χαζεύοντας τα πλεούμενα στο μεθυστικό τους παραλήρημα, χάιδεψα την απαλή άκρη του τραπεζομάντηλου. Μια πρωτόγνωρη μελωδία έσπειρε τις νότες στα εύφορα ώτα και τάραξε την ψυχή όπως εκείνο το αρωματικό μπλέντ στο παλιό κουζινάκι της γιαγιάς μου. Γύρισα το κεφάλι με τον αέρα του εξερευνητή και είδα τον Μάνο Χατζιδάκη με την σεληνιακή κάπα να διευθύνει την ορχήστρα. Έκανε νόημα στον σερβιτόρο και δίνοντας του ένα σημείωμα έγειρε το κεφάλι προς το μέρος μου. Ο σερβιτόρος έβαλε με σεβασμό το μήνυμα στον δίσκο και προχώρησε για να μου ‘σερβίρει’ τα σοφά λόγια στην πνευματική πιατέλα. Το μήνυμα έγραφε ‘Ο ΥΠΟΤΑΓΜΕΝΟΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ Η ΕΞΑΙΡΕΣΗ’.

Σήκωσα το κεφάλι γεμάτος απορία αλλά είχε εξαφανιστεί αφήνοντας το  σημάδι από τις μπότες του σαν μοναδική απόδειξη της ύπαρξης του. Το αφεντικό του εστιατορίου έσπευσε να σφουγγαρίσει το πάτωμα σιγουρεύοντας παράλληλα με το βλέμμα ότι δεν έγινε αντιληπτός. Με κοίταξε με μίσος και αμέσως έδωσε εντολή στον σερβιτόρο να με οδηγήσει έξω από το μαγαζί. Εκείνος ντύθηκε άγνοια γεμάτη υποκρισία, με πλησίασε και μου ζήτησε ευγενικά να φύγω. ‘Και το μήνυμα;’ ρώτησα. ‘Το μήνυμα καλύτερα να το ξεχάσεις’ είπε σιγανά  ‘και να μας  αφήσεις στην  ησυχία  μας’. Έβαλα το μονάκριβο χαρτί  στην  τσέπη, φόρεσα την τραγιάσκα, σηκώθηκα με βία για να μην επιτρέψω την αλήθεια του να με πείσει και βγήκα έξω από το μαγαζί. Με θλίψη είδα την αστρική αυλαία να πέφτει μπροστά στα μάτια μου και στα σχοινιά της έσερνε σύννεφα ντυμένα με το πιο βαθύ σκοτάδι.