Γράφει ο Βασίλης Ματιάκης:

mitikas

Κύματα ΒΗΤΑ έστησαν χορό στην πίστα του εγκεφάλου απαιτώντας, με την μπότα να χτυπά στοιβαρά στο πάτωμα, προσήλωση στους κανόνες οδικής συμπεριφοράς. Μια πινακίδα εμφανίστηκε σαν απότομη καλοκαιρινή μπόρα και στάθηκε αφορμή τα όργανα να πάψουν και η φιέστα να τελειώσει. «ΔΙΟΝ» έγραφε και αμέσως γύρισα το κεφάλι δεξιά για να θαυμάσω τις απότομες κορυφές του Ολύμπου που ο χρόνος έπλασε καρτερικά. ‘Το βουνό των θεών’ ένας τσοπάνης μου ψιθύρισε από το πίσω κάθισμα. Ρύθμισα το καντράν με την ένδειξη «June | 8 | 461 .bc» και πάτησα το γκάζι. Στάθηκα παρατηρητής ενός νέου καθισμένου στις όχθες του Ενιπέα να χαζεύει το βουνό με τον ίδιο θαυμασμό. Έλαμψε στα μάτια του πρωτόγνωρη διαγαλαξιακή σπίθα και αμέσως κίνησε γοργά προς τα εμπρός. Οι Θεοί χαμογέλασαν με την άγνοια του και συμφώνησαν ομόφωνα να εφαρμόσουν τα δίκια τους. Ο Δίας μάζεψε σύννεφα γύρω απ’ τις κορφές σαν προειδοποίηση προς τον αρχαίο περιπατητή. Εκείνος κοίταξε ψηλά την άγρια ομορφιά αλλά δεν κιότεψε και συνέχισε. ‘Μην πας εκεί που οι άνθρωποι όρισαν σαν τόπο απαγορευμένο’ του είπα ‘κινδυνεύεις’. Σαν σαλτιμπάγκος στην κάμαρη του χρόνου με κοίταξε, σήκωσε μια γκλίτσα για στήριγμα και χάθηκε στις οξιές. Ο ΔΙΑΣ αναστατώθηκε και έστειλε τον ΕΡΜΗ να διαφεντέψει με την σειρά του την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του νέου. «Δεν φοβάμαι πια» είπε και τρείς μαυροφορεμένες φάνηκαν να του τραβάνε την άκρη του χιτώνα με λυγμούς γεμάτους υποκρισία και πονηριά. Χιονιάς βαρύς εμφανίστηκε μες στο κατακαλόκαιρο και ο αέρας τραχύς και δύστροπος του πάγωσε τα γένια. Ρούφηξε αχόρταγα το νερό από το φλασκί και με τα πόδια σμίλεψε καλούπι βαθύ στο άσπρο μέχρι που βρέθηκε να σκαρφαλώνει τον Μύτικα. Σαν έφτασε στην κορφή μονολόγησε : «Εγώ, ένας απλός θνητός… νίκησα τον θεό». Ατμός γλίστρησε απ’ τα καζάνια υγραίνοντας τα πάντα και η Δρακόλιμνη ξεχείλισε βίαια για να χαράξει το διάβα του ΑΩΟΥ.

Αφιερωμένο σ’αυτούς που αντίκρυσαν τα μάτια του δυνάστη χωρίς φόβο.