Χιουντέα. Ένα όνομα που οφείλεις να θυμάσαι.

Γράφει ο Βασίλης Ματιάκης:

810454_save3

5 του Ιούνη ώρα 13:00.

Την άβολη στάση του σώματος χτύπησε ξαφνικά δυνατός Βαρδάρης με σκοπό να ταράξει την γαλήνη που δεν είχε ακόμα έρθει. Έκλεισα τα μάτια για να προστατευτώ και ξαφνικά το σώμα άρχισε να αιωρείται σε κατασκότεινο τούνελ, κατευθυνόμενο προς άγνωστη κατεύθυνση. Με δύναμη προσγειώθηκα σε άγονη αλάνα με γκρέμια γεμάτη. Ένα παιδί με σκούντησέ και μου χαμογέλασε. Πέταξε την μπάλα στο μέρος μου σαν παιχνιδιάρης σκύλος και περίμενε την επιστροφή με μάτια γεμάτα άγνοια και προσμονή. Ξέγνοιαστος συνταξιδιώτης σ ´αυτό το ονειρεμένο παιχνίδι, ρώτησα το όνομα του. «Χιουντέα» ξεφώνισε και βαθύ σκοτάδι απλώθηκε αμέσως κάτω από τα βλέφαρα. «Πρέπει να φύγω» μου είπε. «Ήρθε η ώρα να πάω σχολείο. Πρέπει να μου δώσεις αυτό για το οποίο ήρθες, είναι στις τσέπες σου». Έκανα μια κίνηση και με τις άκρες των δαχτύλων έβγαλα 2 σφαίρες. Τις άρπαξε αχόρταγα και σήκωσε από τη γη το όπλο του. «Είμαι το κύμα που έσβησε στις ακτές της Γουατεμάλας και η χαμένη μυρωδιά του πορτοκαλιού στην Παλαιστίνη. Είμαι το στάχυ που κόπηκε από αφρικανική μανσέτα και έσπειρε την γη με πόνο και θλίψη. Ζω, αλλά δεν υπάρχω» μου ψιθύρισε και έφυγε τρέχοντας. Σαστισμένο, με άρπαξε από το γιακά ένας γύπας κλείνοντας μου το μάτι και σαν θεϊκή παρέμβαση με πέταξε σε έναν δερμάτινο καναπέ στη μέση του Μανχάταν. Ο κόσμος άρχισε να γελά δυνατά και να χλευάζει την στιγμιαία μου τρέλα χωρίς να ρωτά. Σκούπισα τις σκόνες από πάνω μου και έσπευσα ντροπιασμένος να αναμειχθώ με το φλύαρο πλήθος αφήνοντας τον γύπα να τελειώσει τη δουλειά.

 

Χιουντέα. Ένα όνομα που οφείλεις να θυμάσαι

 
 
 

About the author

More posts by

 

 

 

Add a comment

required

required

optional


 
 
Read previous post:
Τρεις κουκουναριές!

Γράφει ο Βασίλης Ματιάκης: Τρεις κουκουναριές αντάμωσαν κάτω απο γαλάζιο φόντο και γλυκό νοτιά. Η πιο νέα, ακόμα δυνατή και...

Close