Γράφει ο Βασίλης Ματιάκης:

Η καρέκλα λύγισε σαν τους εραστές στο παγκάκι και το σώμα απλώθηκε ν’αρπάξει την στιγμή. Μην τύχει και ξεφύγει. Ο έναστρος ουρανός πυρπόλησε τις ακτίνες του σαν μαριονέτα και ευχήθηκε με ζωηράδα. Εκκατομύρια κόκκοι άμμου ενώθηκαν σε ένα ξέφρενο πανηγύρι προκειμένου να συμβάλουν σ’αυτή την συνομωσία. Άρπαξα μονομιάς ένα ποτήρι γεμάτο κόκκινο κρασί παρατηρώντας τις λαμπερές αποχρώσεις του. Το υγρό άρχισε να στροβιλίζεται μέσα στο κρύσταλλο μέχρι που στον πάτο αντίκρυσα το είδωλο μου μίζερο και καταθλιπτικό να βρίζει και να ωρύεται. Πσίτ, έκραξα για να αποσπάσω την προσοχή του και ζήτησα εξηγήσεις. Κάλυψα τα ουρλιαχτά σε έναν κυκλικό χορό και κατάπια με ορθάνοιχτο το στόμα τις θλιβερές κραυγές. Ζήτησα συγνώμη απο τα πάθη μου για να λυτρωθώ και ευθύς αμέσως το αναίρεσα. Η ζωή κερδίζει πάντα είπα σπέρνοντας τον μονόλογο σαν καταιδρωμένος αγρότης στα μέσα του αυγούστου και χιλιάδες στιγμές πλημμύρισαν το μυαλό μου για να γεμίσουν το πουγκί της ανάμνησης. Γλυκιά μέθη τράβηξε σαν αγκίστρι το χαμόγελο και βιολιά άρχισαν να παίζουν για να σύρουν το σώμα σε ένα ερωτικό βάλς. Πάλι εχαμογέλασεν η αυγή.

https://www.youtube.com/watch?v=AI3oir3zwtg

 

sunrise